Meaning of προπερασμένος | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που βρίσκεται πριν από κάποιος άλλον που έχει περάσει
Παραδείγματα
“Λίγες βαρκούλες αρμένιζαν και στο βάθος μεγάλα καράβια έμπαιναν κι έβγαιναν στο λιμάνι του Πειραιά. Έξαφνα ένοιωσα σαν να ήμουν σ' ένα νησάκι του Αιγαίου τον προπερασμένο αιώνα, στα χρόνια της Επαναστάσεως. (Σωτήρης Δημητρίου, Το κουμπί και το φόρεμα, εκδ. Πατάκη, 2013 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%BF_%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF_%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B5%CE%BC/CJNMDAAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF&pg=PT57&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.