HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προμηθευτής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pɾo.mi.θeˈftis/

Ορισμοί

αυτός που προμηθεύει, που εφοδιάζει με προμήθειες κάποιον ή κάποιους

Ισοδύναμα

English provider supplier

Παραδείγματα

“※ ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προμηθευτής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course