Meaning of προμετωπίδιος | Babel Free
Ορισμοί
-
που βρίσκεται στο μέτωπο ή μπροστά απ’ αυτό archaic
- προμετωπίδιο: του λουρί από τα χαλινάρια που περνάει από το μέτωπο του αλόγου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.