Meaning of προληπτικό | Babel Free
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του προληπτικός accusative, singular
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προληπτικός accusative, neuter, nominative, singular, vocative
- που αφορά προλήψεις/προκαταλήψεις
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.