Meaning of προκείμενος | Babel Free
/pɾoˈci.me.nos/Ορισμοί
- που απλώνεται, βρίσκεται μπροστά μας, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, το θέμα που πρέπει να συζητήσουμε
- προκειμένου να: για να συμβεί κάτι το επιθυμητό ή να μη συμβεί κάτι το ανεπιθύμητο
- προκειμένου για: όταν/εφόσον πρόκειται για ..., στην περίπτωση του ...
Παραδείγματα
“θέλω να συζητήσουμε το προκείμενο ζήτημα”
“θέλω να εστιαστούμε στο προκείμενο ή επί του προκειμένου”
“εν προκειμένω: στην προκειμένη περίπτωση”
“Προκειμένου να μαλώσουμε, καλύτερα να υποχωρήσω εγώ. (=από το να μαλώσουμε, καλύτερα ...)”
“Θα κάνω τα πάντα προκειμένου να πετύχω. (=για να πετύχω)”
“Το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης δεν εφαρμόζεται: … Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας. (νόμος 2238, άρθρο 18)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.