Meaning of προκαταβολικός | Babel Free
/pɾo.ka.ta.vo.liˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με προκαταβολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που συμβαίνει εκ των προτέρων
Παραδείγματα
“προκαταβολική πληρωμή”
advance/upfront payment
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.