HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προκατάληψη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pɾo.kaˈta.li.psi/

Ορισμοί

η εκδήλωση δυσμένειας ή αρνητικής προδιάθεσης όχι με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δεδομένα αλλά προσωπικές συμπάθειες, ατομικά συμφέροντα ή αστήριχτες στερεοτυπικές αντιλήψεις

Ισοδύναμα

English Bias slant

Παραδείγματα

“«Περηφάνια και προκατάληψη» είναι ο τίτλος μυθιστορήματος της Τζέιν Όστεν.”

"Pride and Prejudice" is the title of a novel by Jane Austen.

“κοινωνία γεμάτη προκαταλήψεις”

a society full of prejudices

“※ Τι είναι, τέλος πάντων, αυτός ο ηλικιακός ρατσισμός; Ο ηλικιακός ρατσισμός ή ηλικισμός (από τον αγγλικό όρο ageism) είναι η προκατάληψη, η διάκριση ή ο εκφοβισμός ατόμων και ομάδων με βάση την ηλικία τους. Ο όρος “ageism” επινοήθηκε το 1969 από τον Αμερικανό ψυχίατρο και γεροντολόγο Ρόμπερτ Μπάτλερ, για να περιγράψει τις διακρίσεις σε βάρος των ηλικιωμένων, με βάση την ορολογία του σεξισμού και του ρατσισμού.”
“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προκατάληψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course