Meaning of προικοδοτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
- θα προικοδοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προικοδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.