Meaning of προεισπράξετε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
- θα προεισπράξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προεισπράττω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.