HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προδιάθεση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pɾoˈðʝa.θe.si/

Ορισμοί

  1. η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη)
  2. η ψυχική διάθεση κάποιου προς πρόσωπα, ιδεολογίες ή καταστάσεις, σωστή ή λανθασμένη, που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων
  3. η τάση κάποιου να προσβάλλεται από ορισμένες ασθένειες, η ευπάθεια που έχει προς αυτές

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Near-synonyms: τάση f (tási), ροπή f (ropí), κλίση f (klísi)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προδιάθεση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course