Meaning of προδιάθεση | Babel Free
/pɾoˈðʝa.θe.si/Ορισμοί
- η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη)
- η ψυχική διάθεση κάποιου προς πρόσωπα, ιδεολογίες ή καταστάσεις, σωστή ή λανθασμένη, που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων
- η τάση κάποιου να προσβάλλεται από ορισμένες ασθένειες, η ευπάθεια που έχει προς αυτές
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Near-synonyms: τάση f (tási), ροπή f (ropí), κλίση f (klísi)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.