HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προγραμματιστικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. αποτέλεσμα του προγραμματισμού
  2. για προγραμματιστική εξομοίωση, πχ το ίδιο τεχνητό νευρικό δίκτυο ή το ίδιο πετάλι κιθάρας το οποίο εκτελείται μέσω προγράμματος και βασίζεται περισσότερο στην λειτουργία της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας παρά στο υλικό ηλεκτρονικό κύκλωμα (και πάλι υπάρχει ηλεκτρονικό κύκλωμα όμως ένας υπολογιστής μπορεί να εξομοιώσει πάμπολλα νευροδικτυώματα και πετάλια κιθάρας, αντιθέτως ένα φυσικά/υλικά στυπωμένο πάγιο (μη ευέλικτο) κύκλωμα που βασίζει τους υπολογισμούς του σε αμετακίνητες διασυνδέσεις και συγκεκριμένα συστατικά (αντιστάσεις, πηνία, πυκνωτές κτλ.), η κεντρική μονάδα επεξεργασίας είναι ευέλικτη διότι με λογικές πύλες ανοίγει και κλείνει πολύ περισσότερες διεργασίες συγκριτικά με ένα κοινό ηλεκτρονικό κύκλωμα)

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προγραμματιστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course