Meaning of προβουλκανισμένος | Babel Free
Ορισμοί
που έχει υποστεί βουλκανισμό εκ των προτέρων, από πριν
Παραδείγματα
“※ 64ζ. Γαλακτώδης οπός (λατέξ) του συνθετικού καουτσούκ. Γαλακτώδης οπός του συνθετικού καουτσούκ προβουλκανισμένος. Συνδετικό καουτσούκ. Τεχνητό καουτσούκ που προέρχεται από λάδια (Δ.Κ. 40.02). (Νόμος υπ΄αριθ. 1676/1986, ΦΕΚ 204/Α/29-12-1986, Καθορισμός των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ρύθμιση άλλων θεμάτων https://www.e-nomothesia.gr/kat-oikonomia/n-1676-1986.html)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.