Meaning of προβλεψιμότητα | Babel Free
/pɾo.vle.psiˈmo.ti.ta/Ορισμοί
το να είναι κάποιος ή κάτι προβλέψιμο(ς), η ιδιότητα του προβλέψιμου ή η ικανότητα για πρόβλεψη
formal
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.