Meaning of προβατάκια | Babel Free
Ορισμοί
-
κύματα που αφρίζουν στην ταραγμένη θάλασσα, που σχηματίζουν αφρό στην κορυφή τους καθώς «σπάνε», ώστε από μακριά να μοιάζουν με πλήθος από μικρά άσπρα πρόβατα colloquial
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατάκι accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.