Meaning of προβάδισμα | Babel Free
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβαδίζω, το να βρίσκεται κανείς μπροστά από τους υπόλοιπους σε περπάτημα, πορεία κ.λπ. ή να έχει καλύτερη βαθμολογία από τους υπόλοιπους
Ισοδύναμα
English
lead
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.