προβάδισμα
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβαδίζω, το να βρίσκεται κανείς μπροστά από τους υπόλοιπους σε περπάτημα, πορεία κ.λπ. ή να έχει καλύτερη βαθμολογία από τους υπόλοιπους
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η ομάδα μας πήρε το προβάδισμα στο δεύτερο ημίχρονο.”
Our team took the lead in the second half.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free