Meaning of προαχθείς | Babel Free
Ορισμοί
- λόγια μετοχή που χρησιμεύει και στη νεοελληνική, εκείνος που έχει προαχθεί, που πήρε προαγωγή, που προχώρησε σε μια ανώτερη βαθμίδα
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
- θα προαχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προάγομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.