Meaning of προέλευση | Babel Free
/pɾoˈe.lef.si/Ορισμοί
η αρχή, η πηγή ή η καταγωγή κάποιου πράγματος, ο τόπος από τον οποίο προέρχεται
Ισοδύναμα
English
origin
Παραδείγματα
“Η ελληνική γλώσσα εμπλουτίζεται με πολλές λέξεις γαλλικής προέλευσης.”
The Greek language is enriched by many words of French origin.
“τόπος ή χώρα προέλευσης ενός εμπορεύματος (πού κατασκευάστηκε)”
“η ελληνική γλώσσα εμπλουτίστηκε με πολλές λέξεις γαλλικής προέλευσης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.