Meaning of πριονιστήριο | Babel Free
Ορισμοί
μηχάνημα, κτήριο, εργαστήριο ή επιχείρηση που κόβει κορμούς δέντρων για κατασκευή ξυλείας σε εμπορεύσιμη μορφή (σανίδες, καδρόνια, τάβλες ή ακόμα και κομμάτια κατάλληλα για τζάκι, σόμπες κλπ)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.