Meaning of πριμοδοτηθώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
- θα πριμοδοτηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πριμοδοτούμαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.