Meaning of Πρεδάρης | Babel Free
/pɾeˈða.ɾis/Ορισμοί
-
ο αγροφύλακας dated, vulgar
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ ΟΙ ΠΡΕΔΑΡΑΙΟΙ (ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΕΣ). α') Η εκλογή τους. Απ' ανέκαθεν το κάθε χωριό έβαζε αγροφυλάκους για να φυλάνε τα χωράφια απ' τις ζημιές. Τους έλεγαν πρεδαραίους παλιότερα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.