Meaning of πρασινοφρουρός | Babel Free
/pɾa.si.no.fɾuˈɾos/Ορισμοί
- : στέλεχος του κόμματος ΠΑΣΟΚ εντεταλμένο στον εργασιακό ή σπουδαστικό του χώρο να προωθεί και να διαφυλάττει τη γραμμή του κόμματος
-
μάχιμος οπαδός, ένθερμος υποστηρικτής, του ΠΑΣΟΚ figuratively
Παραδείγματα
“※ Τώρα ο πρασινοφρουρός μου 'γινε Συριζαίος και βρίζει τα λαμόγια του Πασόκ (Θωμάς Ψύρρας, Θα βοσκήσω το μαύρο, εκδ. Μεταίχμιο, 2017 https://www.google.gr/books/edition/%CE%98%CE%B1_%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%AE%CF%83%CF%89_%CF%84%CE%BF_%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF/V_ZaDwAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82&pg=PT126&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.