Meaning of πράξει | Babel Free
/ˈpɾa.ksi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πράττω
- θα πράξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πράττω
- να πράξει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.