Meaning of ποτιστικός | Babel Free
/po.ti.stiˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται στο πότισμα
- που αρδεύεται
- που χρησιμοποιείται στο πότισμα
- ποτιστικά αυλάκια με νερό
- που χρειάζεται πότισμα
Παραδείγματα
“αυτά τα χωράφια είναι ποτιστικά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.