ποπολάρος
Ορισμοί
άτομο που δεν είναι αριστοκράτης, ευγενικής καταγωγής· που ανήκει στις λαϊκές τάξεις
dated, idiomatic
Παραδείγματα
“※ Ποπολάρος θα πη άνθρωπος του λαού. Έτσι ωνόμαζαν στη Ζάκυνθο τους πληβείους επί Βενετοκρατίας ως τα τέλη σχεδόν του περασμένου αιώνος. Ποπολάρος ήταν κι' ο νέος Ζέπος Πεμπονάρης, ο ήρως του έργου. Ο πατέρας του, ένας πλούσιος σταφιδέμπορος […]”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free