Meaning of πονηρευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
- θα πονηρευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πονηρεύομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.