πονεμένος
Ορισμοί
- για κάτι που πονάει
- για κάτι που πονάει μεταφορικά
- ταλαιπωρημένος, βασανισμένος, που έχει πονέσει αλλά κάνει και τους άλλους να τον συμπονούν, κινεί τον οίκτο, άνθρωπος ή ιστορία
- δακρύβρεκτος, λυπητερός
- Στον καιρό μου οι κοπέλλες κρέμαζαν εκεί κούνιες και κουνιούνταν, και τραγουδούσαν τα πονεμένα τους λιανοτράγουδα. Η φωνή τους είταν καθώς και τώρα· ψιλή ψιλή και χαμηλή, σα να μην τολμούσε νάβγη έξω μ' όλη τη δύναμή της. Ίσως έχει κι αυτό το λόγο του. (Εφταλιώτης, "Φυλλάδες του Γεροδήμου")
- κάπως ειρωνικά για κάτι δύσκολο
Παραδείγματα
“η πονεμένη μέση μου, το πονεμένο δοντάκι”
“πονεμένη καρδιά, πονεμένο βογγητό”
“η πονεμένη ζωή το Μαρσέλ Προυστ”
“πονεμένος άνθρωπος”
“Φίλε μου, τα μαθηματικά για εμένα ήταν μια πονεμένη ιστορία”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free