Meaning of πολύπλευρος | Babel Free
/poˈli.ple.vɾos/Ορισμοί
- που έχει πολλές πλευρές
-
που έχει ή χαρακτηρίζεται από πολλές όψεις, μορφές, απόψεις (οπτικές γωνίες), ή που εκδηλώνεται σε πολλά πεδία figuratively
Ισοδύναμα
English
Multilateral
Παραδείγματα
“πολύπλευρη προσέγγιση, ανάλυση, διαδικασία”
“πολύπλευρη εξωτερική πολιτική”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.