HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολύμπριζο | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

εξάρτημα διακλάδωσης που συνδέεται με μια πρίζα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο φέρει πολλές ξεχωριστές πρίζες («θέσεις») προκειμένου να δύνεται η δυνατότητα σύνδεσης πολλών ηλεκτρικών συσκευών ταυτόχρονα

Ισοδύναμα

English power strip

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολύμπριζο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course