Meaning of πολυτεχνείο | Babel Free
/po.li.teˈxni.o/Ορισμοί
- εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατης βαθμίδας, όπου διδάσκονται θετικές εφαρμοσμένες επιστήμες (πληροφορική, μηχανολογία, αρχιτεκτονική, ηλεκτρολογία κ.λπ.) και καλές τέχνες
-
η Εξέγερση του Πολυτεχνείου στα 1973 figuratively
-
το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το ΕΜΠ especially
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.