Meaning of πολυσυλλεκτικός | Babel Free
Ορισμοί
κάποιος ο οποίος συλλέγει από πολλές πλευρές / από πολλά μέρη
Ισοδύναμα
English
polylectic
Παραδείγματα
“πολυσυλλεκτικός υποψήφιος στις εκλογές”
“πολυσυλλεκτικό κόμμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.