Meaning of πολυστερίνη | Babel Free
Ορισμοί
βινυλικό πολυμερές του στυρενίου / στυρολίου (CH₂CHphenyl) που χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλές εφαρμογές (συσκευασίες τροφίμων, θερμομονωτικών προϊόντων) λόγω της ελαφρότητάς του, της αντοχής του στην υγρασία και της θερμικής μόνωσής του
Ισοδύναμα
English
Polystyrene
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.