Meaning of πολυσεξουαλικότητα | Babel Free
Ορισμοί
μορφή σεξουαλικότητας που σχετίζεται με τη συνύπαρξη διαφορετικών τύπων σεξουαλικών σχέσεων· η πολύπλευρη σεξουαλική έλξη, που χαρακτηρίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για πρόσωπα ανεξάρτητα από το βιολογικό φύλο τους και για άτομα με διάφορες έμφυλες ταυτότητες (όχι όμως όλες)
neologism
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.