Meaning of πολυπάθεια | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πάθηση, πολλά ψυχικά ή σωματικά πάθη που έχει κάποιος dated
-
η ιδιότητα του πολυπαθούς figuratively
Παραδείγματα
“※ Σε αυτά όμως τα κείμενα ο Παλαμάς δεν βρήκε τίποτε σχετικά με τη θέα και ουσία του Θεού και το μόνο που βρήκε να λέγεται ήταν ότι την οικείωση προς τον Θεό δεν την φέρει η πολυπάθεια, αλλά η καθαρότητα και η προσευχή (Τριάς Πρώτη: Ησυχαστική μέθοδος προσευχής και μεταμόρφωση του σώματος, Alexander Milenkovits, 2018, pemptousia.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.