Meaning of πολυορχικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο πολύορχις, αυτός που έχει περισσότερους από δυο όρχεις
- που αφορά γενετήσια περιοχή πολυορχικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.