HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πολυμερές

Ουσιαστικό CEFR B2
po.li.meˈɾes

Ορισμοί

χημική ένωση με μεγάλα μόρια (μακρομόρια), τα οποία σχηματίζονται από σύνδεση πολλών όμοιων μικρών μορίων (μονομερή)

Ισοδύναμα

EnglishPolymer
Españolpolímero
Françaispolymère
27 more languages
العربيةعجينة
Catalàpolímer
Češtinapolymer
Esperantopolimero
Galegopolímero
Հայերենպոլիմեր
Bahasa Indonesiapolimer
Íslenskafjölliða
Italianopolimero
ქართულიპოლიმერი
Қазақ тіліполимер
한국어폴리머
Bahasa Melayupolimer
Nederlandspolymeer
Portuguêspolímero
Românăpolimer
Kiswahilipolima
Українськаполімер

Παραδείγματα

“※ υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πολυμερές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free