Meaning of πολυμερές | Babel Free
/po.li.meˈɾes/Ορισμοί
χημική ένωση με μεγάλα μόρια (μακρομόρια), τα οποία σχηματίζονται από σύνδεση πολλών όμοιων μικρών μορίων (μονομερή)
Ισοδύναμα
English
Polymer
Παραδείγματα
“※ υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.