HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολυλογία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/po.li.loˈʝi.a/

Ορισμοί

η άσκοπη ομιλία πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Αν και περασμένης ηλικίας, η καλλονή της ήταν εκθαμβωτική. Θα την ονομάσω: η γλωσσοκοπάνα καλλονή, εξαιτίας της πολυλογίας της που στρεφόταν χαριτωμένα εναντίον μου. (Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολυλογία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course