Meaning of πολυκατοικία | Babel Free
/po.li.ka.tiˈci.a/Ορισμοί
- πολυώροφο κτίριο όπου κατοικούν πολλές οικογένειες σε χωριστά διαμερίσματα
-
το σύνολο των ενοίκων μιας πολυκατοικίας (1) broadly
Ισοδύναμα
English
apartment building
Παραδείγματα
“※ Στις 13 Οκτωβρίου του 1946 τέθηκε ο πρώτος θεμέλιος λίθος για την ανέγερση συγκροτημάτων πολυκατοικιών στη συνοικία των Ταμπουρίων ειδικά για την αποκατάσταση των βομβοπλήκτων (από το κείμενο «Εικόνες καθημερινότητας του μεταπολεμικού Πειραιά», Κανάλι Ένα 90,4 FM, 4 Ιουλίου 2016, πρόσβαση: 2019.09.03.)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.