Meaning of πολυκαιρινός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει μεγάλη διάρκεια
- παλιός, φθαρμένος
Παραδείγματα
“Kάτω από τ’ ασπρόμαλλα εκείνα μέτωπα, που εταπείνωσεν ο πολυκαιρινός εξευτελισμός· (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.