HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολυεδρικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με πολύεδρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τη μορφή του
    literally
  2. που έχει περισσότερες από μία έδρες, που εκλέγει περισσότερους από έναν βουλευτές
  3. πολύπλευρος
    figuratively

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολυεδρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course