Meaning of πολυεδρικός | Babel Free
Ορισμοί
-
που έχει σχέση με πολύεδρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τη μορφή του literally
- που έχει περισσότερες από μία έδρες, που εκλέγει περισσότερους από έναν βουλευτές
-
πολύπλευρος figuratively
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.