Meaning of πολυαπασχόληση | Babel Free
Ορισμοί
παράλληλη ενασχόληση σε διαφορετικές θέσεις εργασίας με σκοπό την ενίσχυση του εισοδήματος, της παραγωγικότητας και την αποφυγή του να μείνει κάποιος άνεργος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.