HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολυανθρακικό | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

είδος πλαστικού που χαρακτηρίζεται από υψηλή αντοχή στην κρούση και τη θερμότητα, ενώ είναι επίσης διαφανές και ελαφρύ. Χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλούς τομείς όπως η κατασκευή φακών γυαλιών, πλαστικές φιάλες, παράθυρα αυτοκινήτων και προϊόντα ηλεκτρονικής.

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολυανθρακικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course