Meaning of πολτοποιηθείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
- θα πολτοποιηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολτοποιούμαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.