Meaning of πολλαπλασιασμός | Babel Free
/po.la.pla.si.aˈzmos/Ορισμοί
- σημαντική αύξηση μιας ποσότητας
- αναπαραγωγή ζώντων οργανισμών
- πράξη (δυαδικός τελεστής) που από δυο παράγοντες, α και β (τον πολλαπλασιαστέο και τον πολλαπλασιαστή), παράγει ένα αποτέλεσμα (το γινόμενο). Αυτό ισούται με το άθροισμα β παραγόντων ίσων με α
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“εάν α = 20 και β = 5, τότε 20+20+20+20+20=100, και γράφουμε 20 x 5 = 100”
“Σύμβολο: ×”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.