Meaning of πολλαπλασιάσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
- θα πολλαπλασιάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολλαπλασιάζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.