Meaning of πολιτικός μηχανικός | Babel Free
/po.li.tiˈkos mi.xa.niˈkos/Ορισμοί
άτομο που σχεδιάζει και επιβλέπει την κατασκευή δημοσίων έργων, όπως γέφυρες, δρόμους και κτίρια
Ισοδύναμα
English
civil engineer
Παραδείγματα
“※ Σημαντικό ρόλο στον επαναπατρισμό αξιόλογου στελεχικού δυναμικού που αποχώρησε από τη χώρα τα προηγούμενα χρόνια, το λεγόμενο «brain gain», αναμένεται να διαδραματίσει στο άμεσο μέλλον και ο κατασκευαστικός κλάδος. Πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτέκτονες, μελετητές, μηχανολόγοι μηχανικοί και άλλες ειδικότητες του τεχνικού κλάδου, που απασχολούνται σε διάφορες χώρες του εξωτερικού τα τελευταία χρόνια (π.χ. Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, χώρες της Δυτικής Ευρώπης και Βαλκάνια), αναμένεται να επιστρέψουν προκειμένου να συμβάλουν στην υλοποίηση του φιλόδοξου επενδυτικού προγράμματος, που θα «τρέξει» στην Ελλάδα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.