HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολιτειακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με το πολίτευμα και τη συγκρότηση ενός κράτους (πολιτείας)
  2. ο σχετικός με την πολιτεία, το ομόσπονδο κράτος

Ισοδύναμα

English political

Παραδείγματα

“η πολιτειακή ηγεσία της χώρας (ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)”
“οι πρώτες προσπάθειες των επαναστατημένων Ελλήνων για πολιτειακή συγκρότηση”
“η πολιτειακή Βουλή της Καλιφόρνιας”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολιτειακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course