Meaning of πολιτειακός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με το πολίτευμα και τη συγκρότηση ενός κράτους (πολιτείας)
- ο σχετικός με την πολιτεία, το ομόσπονδο κράτος
Ισοδύναμα
English
political
Παραδείγματα
“η πολιτειακή ηγεσία της χώρας (ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)”
“οι πρώτες προσπάθειες των επαναστατημένων Ελλήνων για πολιτειακή συγκρότηση”
“η πολιτειακή Βουλή της Καλιφόρνιας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.