Meaning of πολιορκηθείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
- θα πολιορκηθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πολιορκούμαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.