HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πολιορκία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/po.li.orˈci.a/

Ορισμοί

  1. ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
  2. η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο
    figuratively
  3. η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο
    figuratively

Ισοδύναμα

English siege

Παραδείγματα

“※ Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πολιορκία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course