Meaning of πολιορκία | Babel Free
/po.li.orˈci.a/Ορισμοί
- ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
-
η ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο figuratively
-
η ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο figuratively
Ισοδύναμα
English
siege
Παραδείγματα
“※ Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.