Meaning of πολικότητα | Babel Free
/po.liˈko.ti.ta/Ορισμοί
- η ύπαρξη δύο συμμετρικά αντίθετα στοιχείων με διαφορετικές ιδιότητες σε ένα σώμα
- η δυνατότητα των δύο πόλων μιας πηγής να διακρίνονται μεταξύ τους
- η ιδιότητα ενός μαγνήτη να προσναατολίζεται μέσα σε ένα πεδίο προς ορισμένη κατεύθυνση
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.