Meaning of πολέμαρχος | Babel Free
/poˈle.maɾ.xos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- αρχηγός στρατιωτικού ή αντάρτικου σώματος
- πολιτική και στρατιωτική ιδιότητα στην αρχαία Αθήνα και άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Στην Αθήνα ήταν ο ένας από τους εννέα άρχοντες
- γενναίος πολεμιστής
- ένας από τους εννέα άρχοντες στην αρχαία Αθήνα ο οποίος ήταν αρμόδιος στα πολεμικά και στρατιωτικά ζητήματα για ένα έτος
- ο ανώτερος οπλαρχηγός στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ο οποίος είχε απόλυτη εξουσία κι ευθύνη
Παραδείγματα
“Σπαρτιάτης ευγενής που σκότωσε τον βασιλιά της Σπάρτης Πολύδωρο κατά τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα και τιμήθηκε ως τυραννοκτόνος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.